Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2013

Αιώνιος Έφηβος


Αιώνιος έφηβος

   Ο Λουκάς είχε επιθυμήσει πολύ ένα ταξίδι. Κατά τη διάρκεια της καλοκαιρινής περιοδείας του, του είχε δημιουργηθεί η ανάγκη να χαθεί για λίγες μέρες. Ο ρόλος του τον είχε κουράσει. Όχι γιατί ήταν δύσκολος, αλλά γιατί προκαλούσε πολλή δημοσιότητα να εμφανίζεται γυμνός στη σκηνή. Κατά τους περισσότερους κριτικούς αυτό ήταν και το μοναδικό στοιχείο για την εισπρακτική επιτυχία της παράστασης. Ο Λουκάς συμφωνούσε απόλυτα.
  Τα σκεφτόταν αυτά, καθώς οδηγούσε επιστρέφοντας στην Αθήνα. Ήθελε να φύγει όσο το δυνατόν συντομότερα, πριν προλάβει να απορροφηθεί από τη ζωή του πίσω στην πόλη. Ήθελε να απολαύσει μια ολοκάθαρη απόδραση, χωρίς να μιλήσει σε κανέναν γι’ αυτό. Και κυρίως δεν ήθελε να μιλάει άλλο για τη γυμνή του εμφάνιση. Έτσι του ερχόταν να αρχίσει να κυκλοφορεί γυμνός για να σταματήσουν να ρωτάνε. Γέλασε με τη σκέψη και αποφάσισε πως θα ήταν καλύτερο απλά να κάνει ένα ταξίδι.
  Με το που έφτασε σπίτι τον περίμενε μια έκπληξη. Ένα γράμμα καθόλου αναμενόμενο. Είχε ιταλικό γραμματόσημο. Απόρησε που δεν είχε αποστολέα, αλλά μόλις το άνοιξε γειώθηκε με απίστευτη ταχύτητα στο χωροχρόνο της Ρώμης, πέντε χρόνια πριν, στην πρώτη του επίσκεψη εκεί. Το περιεχόμενό του ήταν σύντομο. Ένα είδος ποιήματος, που είχε ξαναδιαβάσει και μία διεύθυνση. Στη Ρώμη.
 Το γράμμα τον τάραξε. Είχε ακόμα το χειρόγραφο πρωτότυπο του ποιήματος. Ήταν σίγουρος. Έψαξε αμέσως μέσα στο σπίτι, αν και ήταν αργά και ένιωθε κουρασμένος. Το βρήκε μέσα σ’ ένα κουτί αθλητικών παπουτσιών, όπου κρατούσε διάφορα ενθύμια από ταξίδια.
 Ξεδίπλωσε ένα χαρτί από μπλοκ ζωγραφικής και διάβασε τις λέξεις που είχαν γραφεί με κάρβουνο και βρίσκονταν ακόμα εκεί άθικτες. Η ταραχή του ήταν τέτοια που δεν περίμενε ότι θα τις αντίκριζε.

Εδώ και πολλά χρόνια είμαι εξόριστος από την πατρίδα μου την αγάπη
Πολλοί άλλοι επίσης
Κάποιοι την έχουν ξεχάσει και δεν θέλουν να γυρίσουν πίσω
Εγώ ακόμη τη νοσταλγώ
Και ελπίζω κάποια στιγμή
Πριν να είναι αργά
Να γυρίσω
Να είμαι αρκετά τυχερός να γυρίσω

       Δεν ήξερε τί να σκεφτεί. Δεν μπορούσε να καταλάβει το σκοπό συτού του γράμματος και σίγουρα δεν ήξερε τί να κάνει. Σηκώθηκε να βάλει ένα ποτό. Ήπιε μια γουλιά τζην, ξεντύθηκε και μπήκε να κάνει ένα κρύο ντους, για να συνέλθει. Ήταν Σεπτέμβριος, αλλά η ζέστη ήταν ακόμη επίμονη. Κάτω από το κρύο νέρο όλα γύριζαν στο κεφάλι του και προσπαθούσε να ξεκαθαρίσει λίγο τη σκέψη του.
  Βγήκε απ’ το μπάνιο και ξάπλωσε γυμνός, όπως ήταν, στο κρεβάτι. Έκλεισε τα μάτια και αισθάνθηκε να τον κοιτάνε πάνω στη σκηνή και την ίδια στιγμή σχεδόν τα άνοιξε ξανά. Το γράμμα. Αμφιταλαντευόταν ανάμεσα σε δύο εκδοχές για την προέλευσή του. Ή το είχε στείλει ο Μιχάλης ή κάποιος άλλος που γνώριζε για την ιστορία. Αλλά σίγουρα θα έπρεπε να έχει σχέση με τον Μιχάλη, για να γνωρίζει το περιεχόμενο του αρχικού γράμματος.
  Σηκώθηκε και ξανάπιασε το γράμμα που είχε έρθει από τη Ρώμη. Ήταν τυπωμένο και δεν μπορούσε ούτε έτσι να καταλάβει. Αν είχε έναν γραφικό χαρακτήρα θα μπορούσε να υποθέσει πιο καθαρά. Υπήρχε μόνο ένας τρόπος για να μάθει.
  Στο αεροπλάνο για τη Ρώμη ήταν ανήσυχος. Και αυτό ήταν ανακουφιστικό γι’ αυτόν, γιατί η ανησυχία του προερχόταν βασικά από την περιέργειά του να μάθει τί και ποιός κρυβόταν πίσω από αυτό το γράμμα. Αισθανόταν πολύ πραγματικός, έχοντας μπει σε αυτή τη διαδικασία, σαν να είχε αποκατασταθεί στο σώμα του η ύλη, που το είχε σχεδόν εγκαταλείψει μετά από την υπερέκθεση των παραστάσεων. Αισθανόταν μια επικείμενη ζωντανή έκθεση στην αλήθεια.
  Πολύ σκόπιμα άρχισε να ξετυλίγει στο μυαλό του όσα είχαν συμβεί ακρίβως πέντε χρόνια πριν.
  Αν και πολύς καιρός, μπορούσε ακόμη να ξαναφτιάξει την εικόνα του δωματίου του στον ξενώνα της Santa Croce in Gerusalemme με τον Ιησού και τους Αποστόλους να τον ατενίζουν μέσα από το παράθυρό του από την εκκλησία του Αγίου Ιωάννη του Λατερανού, που βρισκόταν απέναντι.
  Ήταν τότε ακόμη στην αρχή της καριέρας του στο θέατρο. Τα είχε παρατήσει όλα, την ιατρική, τους γονείς του, τη ζωή του στη Θεσσαλονίκη και είχε κατέβει στην Αθήνα. Είχε όμως ένα τόσο ισχυρό κίνητρο, που όλα φάνταζαν γι’ αυτόν μια δύσκολη προετοιμασία για ένα εθιστικό πάρτυ, το οποίο δεν μπορούσε να μην ζήσει. Έτσι αισθανόταν κάθε φορά που ανέβαινε στη σκήνη. Εθιστικά ζωντανός. Κάτι που δεν ένιωθε τελευταία στη δουλειά του.
  Εκείνο το πρώτο ταξίδι στη Ρώμη ήταν μια μοναχική απόδραση, μια σταθερή του προτίμηση σκέφτηκε, ένα δώρο που είχε κάνει στον εαυτό του για την επιτυχία του στις τελικές εξετάσεις στη δραματική σχολή. Μεγάλο ταξίδι, με τρένο ως τη Βενετία και από ‘κει Βερόνα, Μιλάνο, Φλωρεντία, μετά όλοι οι δρόμοι οδηγούσαν στη Ρώμη.
  Είχε ενθουσιαστεί που το είχε πραγματοποιήσει, γιατί είχε κοπιάσει πολύ να συνδυάσει σχολή και βραδινή δουλειά στο μπαρ.
  Κοίταξε από το παράθυρο την ώρα που από κάτω τους απλωνόταν σαν καταπράσινο χαλί με απαλά γήινα μοτίβα η εξοχή του Lazio, και μια γλυκιά αίσθηση επιστροφής τον πλημμύρησε και αφέθηκε στην προσγείωση.
       Καθώς το τρένο πλησίαζε στο Termini, το αστικό τοπίο στα περίχωρα της Ρώμης τού φάνηκε τόσο άδικα παραπειστικό γι’ αυτό που κανείς θα συναντούσε στην ίδια την πόλη και σκέφτηκε, αν ο νεαρός με το back pack απέναντί του θα είχε την ίδια γνώμη αργότερα, όταν θα αντίκριζε το Πάνθεον ή την Piazza Navona. Tου θύμησε έντονα την δική του εκδοχή του μοναχικού ταξιδιώτη πέντε χρόνια πριν.
      «Τί κάνεις; Πού βρίσκεσαι; Όλα καλά;» Αυτό το sms τον επανέφερε στο τώρα που είχε αφήσει στην Ελλάδα. Η Κατερίνα. Δεν ήθελε να της απαντήσει. Την απέφευγε ένα μήνα τώρα.
      Δεν είχε την ανάγκη να επικοινωνήσει μαζί της, θα ήθελε απλά να της ξεκαθαρίσει ότι δεν ήθελε να συνεχίσει μαζί της. Ένας χρόνος ήταν αρκετός, για να καταλάβει ότι η Κατερίνα ενδιαφερόταν για μια πιο κανονική σχέση, να περνάνε πιο πολύ χρόνο μαζί και ίσως να συγκατοικήσουν και γιατί όχι μακροπρόθεσμα να παντρευτούν. Δεν του είχε κρύψει ότι ήθελε παιδιά. Ήταν σαν να τα άκουγε live από το στόμα της μέσα στο κεφάλι του. Και αυτός δεν ήθελε να ζήσει έτσι. Του άρεσε η ελευθερία του και δεν ήθελε να εκπληρώσει επιθυμίες που δεν ήταν δικές του. Αμέσως έσβησε τη φωτογραφία της, που είχε συνδέσει με τον αριθμό της και έψαξε στο κινητό του για έναν on line χάρτη, ώστε να εντοπίσει με ακρίβεια το ξενοδοχείο του και αποφάσισε να πάρει ένα ταξί. Η Ρώμη ήταν ζεστή. Όπως και την πρώτη φορά. Al albergo Giugliani, prego. Trastevere. Είπε στον οδηγό δείχνοντάς του το χάρτη με τη διεύθυνση στο κινητό.
  Η Ρώμη βρισκόταν και πάλι στα πόδια του. Ένα παρελθόν που αρνούνταν να χαθεί, μια πόλη φάντασμα. Μια πόλη που έκρυβε και γι’ αυτόν ένα φάντασμα. Κοίταξε ενστικτωδώς μέσα στο σάκο του για το γράμμα. Ήταν εκεί. Δεν είχε αποφασίσει ακόμη τί θα έκανε. Τί θα μπορούσε να τον περιμένει στη διεύθυνση που κοιτούσε τυπωμένη μπροστά του.
        Όσο τα σκεφτόταν αυτά το ταξί έφτασε στο ξενοδοχείο του, ένα μικρό χαριτωμένο κτίριο με τη παλιά στόφα των οικοδομημάτων της Ρώμης κοντά στη Villa Farnesina.
  Αφού τσέκαρε και ανέβασε τα πράγματα στο δωμάτιό του, αισθάνθηκε την ανάγκη για έναν καφέ. Κατέβηκε στο καφέ του ξενοδοχείου, που είχε τραπεζάκια έξω στο πλακόστρωτο και παρήγγειλε ένα διπλό εσπρέσσο.
               Θυμήθηκε το πρώτο πρωί που είχε ξυπνήσει εδώ πριν πέντε χρόνια και είχε την ίδια ανάγκη για καφέ, αλλά το εστιατόριο του ξενοδοχείου δεν είχε ανοίξει ακόμη. Περίμενε απ’ έξω μυρίζοντας τον καφέ, που ετοιμαζόταν στη σάλα του πρωινού.
 Ένα νεαρό αγόρι γύρω στα δεκαπέντε περίμενε μαζί του στον ψυχρό από τον κλιματισμό διάδρομο του μοναστηριού έξω από το εστιατόριο. Του έκανε εντύπωση που περίμενε μόνο του, αλλά δεν πρόλαβε να αναρωτηθεί για πολύ, καθώς η σάλα είχε ανοίξει και κάθε σκέψη ήταν περιττή.
 Το πρωινό του ήταν απολαυστικό, αν και λιτό. Καθώς τελείωνε το δεύτερο καφέ αισθάνθηκε ένα χέρι στον ώμο του.
 «Συγνώμη που σας ενοχλώ», ήταν το αγόρι που είχε δει λίγο πριν. Μιλούσε ελληνικά. Του είχε κάνει εντύπωση, γιατί τον είχε περάσει για Ιταλό. «Μπορώ να σας μιλήσω». Γύρισε πίσω του ο Λουκάς για να δει αν το αγόρι ήταν μόνο του. Δεν είδε κάποιον να το συνοδεύει. «Παρακαλώ κάθισε», του είπε. «‘Όχι εδώ, μπορούμε να πάμε κάπου άλλου;», είπε ο νεαρός και περίμενε, ώστε ο Λουκάς να σηκωθεί, για να τον ακολουθήσει.
 Μόλις βρέθηκαν έξω από το εστιατόριο το αγόρι κοντοστάθηκε και γύρισε προς τον Λουκά. « Συγνώμη δεν μπορώ να σας μιλήσω τώρα», είπε με βιασύνη και ένα είδος παιδικής αγωνίας, «το δωμάτιό μου είναι το 205», και έφυγε τρέχοντας να συναντήσει ένα ζευγάρι, που μόλις είχε βγει από το ασανσέρ.
  Μόλις τους πλησίασε ο ψηλός άντρας γύρισε προς το μέρος του αγοριού, το οποίο φάνηκε κάτι να του είπε και εκείνος του απάντησε με ένταση στο βλέμμα. Το αγόρι αμέσως μετά ανέβηκε γρήγορα τη σκάλα δίπλα από το ασανσέρ. Ο  άντρας ετοιμάστηκε να ακολουθήσει το αγόρι, αλλά η κοπέλα τον σταμάτησε, λέγοντάς του κάτι. Εκείνος επέμεινε απαντώντας της, αλλά τελικά την ακολούθησε προς το εστιατόριο. Ο Λουκάς απομάκρυνε το βλέμμα του, καθώς τον πλησίαζαν και συνέχισε περνώντας από μπροστά τους. Του φάνηκε ότι ο άντρας τον κοίταξε, αλλά αυτός συνέχισε, μπήκε στο ασανσέρ και ανέβηκε στο δεύτερο όροφο. Δεν ήξερε αν έπρεπε να πάει στο δωμάτιο του αγοριού, αλλά δεν μπορούσε και να σταματήσει. Μόλις βρέθηκε έξω από το δωμάτιο 205 διαπίστωσε ότι η πόρτα ήταν μισάνοιχτη. Δίστασε λίγο, αλλά την άνοιξε και μπήκε μέσα. Δεν ήταν κανείς μέσα. Το κρεβάτι ήταν ξέστρωτο, υπήρχαν ρούχα πεταμένα στις καρέκλες και ένα μπλοκ ζωγραφικής ανοιγμένο πάνω στο έπιπλο του καθρέφτη. Πλησίασε πιο κοντά για να το δει καλύτερα και στην ανοιγμένη σελίδα του είδε γραμμένο αυτό που κρατούσε τώρα στα χέρια του, αυτό που τον είχε ξαναφέρει εδώ.
                     Θυμόταν ακόμη πόσο ανήσυχος είχε επιστρέψει στο δωμάτιό του και από το περιεχόμενο του σημειώματος και από το γεγονός ότι δεν είχε προλάβει να μιλήσει στο μικρό, ο οποίος θα πρέπει να ήταν πολύ προβληματισμένος από κάτι, για να θέλει να μιλήσει σε έναν άγνωστο γι΄αυτό.
  Δεν μπορούσε να περιμένει άλλο. Τελείωσε τον καφέ του και ανέβηκε στο δωμάτιό του να ετοιμαστεί, για να πάει να βρει τον αποστολέα του γράμματος, όποιος κι αν ήταν.
  Το κλιματιστικό στο δωμάτιό του δεν λειτουργούσε. Τηλεφώνησε στη ρεσεψιόν, τους ενημέρωσε για το πρόβλημα και έφυγε. Ήταν απίστευτα επιμελής με τέτοια μικροζητήματα, ο κόσμος να καιγόταν. Εκνευρίστηκε με τον εαυτό του, κυρίως γιατί δεν είχε επιδιώξει να κάνει περισσότερα για τον μικρό τότε. Τα γεγονότα είχαν πάρει μια ραγδαία τροπή. Την ίδια εκείνη μέρα αργά το βράδυ ο Λουκάς ενημερώθηκε από τη ρεσεψιόν, καθώς επέστρεφε από τη βραδινή του βόλτα, ότι ο Μιχάλης αγνοούνταν και τον έψαχναν οι δικοί του, η αδερφή του και ο σύζυγός της.
  Απ’ ό,τι φαινόταν η κατάσταση εξελισσόταν ανησυχητικά. Ανεβαίνοντας για το δωμάτιό του, αποφάσισε να περάσει λίγη ώρα στην ταράτσα του ξενοδοχείου. Ήταν μια εντυπωσιακή βεράντα σε σχήμα σταυρού, που την σκέπαζε μόνο ο ουρανός. Περιμετρικά της εκτεινόταν όλη η Ρώμη, με πιο ευδιάκριτο μνημείο την εκκλησία του Αγίου Ιωάννη του Λατερανού. Μόλις βρέθηκε έξω αισθάνθηκε έναν ελαφρύ δροσερό αέρα που τον χρειαζόταν. Η πανσέληνος εκείνης της νύχτας φώτιζε δυνατά. Η θέα του γύρω χώρου ήταν διάστικτη από τα φώτα των δρόμων και των κτιρίων.
  Προχώρησε μέχρι την άκρη της ταράτσας, που ήταν το μοναδικό σκοτεινό σημείο, καθώς μπροστά του υψωνόταν το καμπαναριό.  Δεν ήταν κανείς άλλος εκεί. Όλα ήταν εκκωφαντικά ήσυχα. Το καμπαναριό του μοναστηριού ακούστηκε ξαφνικά να χτυπάει τρεις.   Ήταν ζαλισμένος λίγο από το κρασί που είχε πιει και το κεφάλι του σφυροκόπησε στους χτύπους. Κάθισε σε μια καρέκλα που βρισκόταν δίπλα του και έμεινε εκεί. Αισθανόταν ότι θα τον έπαιρνε ο ύπνος.           
   Εκείνη τη στιγμή ακούστηκαν ομιλίες. Κοίταξε προς το σημείο της εισόδου στην διαμετρικά αντίθετη άκρη και είδε δυο φιγούρες, μια ανδρική και μια γυναικεία.
  «Δεν το πιστεύω ότι δεν μου μίλησες από την αρχή, Αντώνη, δεν ξέρω τί να πιστέψω, δεν ξέρω τί είναι αυτό που συμβαίνει και γιατί, πού βρίσκεται, γιατί;», ακούστηκε να λέει η γυναίκα, σχεδόν θυμωμένα.
  «Τι ήθελες να σου πω Πένυ, πώς θα σου το έλεγα κάτι τέτοιο, πώς θα το έπαιρνες; Πίστευα πως θα του περάσει. Ήταν περίεργο παιδί πάντα. Δεν τον αποπήρα, για να μην αντιδράσει άσχημα. Σκέψου σε τί θέση βρέθηκα εγώ, όταν άκουσα από τον αδερφό σου να μου εξομολογείται πως είναι ερωτευμένος μαζί μου!»
  «Γιατί δεν μου μίλησες από την αρχή, δεν το πιστεύω! Δεν το πιστεύω ότι παρ’ όλ’ αυτά τον πήραμε μαζί μας στο ταξίδι, ενώ ήξερες τί αισθανόταν ο Μιχάλης, γιατί να το κάνεις αυτό και γιατί δεν μου το είπες;»
  Ήταν το ζευγάρι που είχε δει το πρωί στο εστιατόριο, η αδερφή του Μιχάλη και ο άντρας της. Δεν τον είχαν καταλάβει, γιατί δεν φαινόταν στο σημείο που βρισκόταν.
  Ήταν ήδη μέσα στο ταξί και κατευθυνόταν στη διεύθυνση του γράμματος, Via della Purificazione, κοντά στην Piazza di Spagna. Στη διαδρομή ζήτησε να τον αφήσει μπροστά από την Trinita΄dei Monti στην κορυφή των ισπανικών σκαλοπατιών. Ήθελε πρώτα να πάει κάπου αλλού. Περπάτησε μέχρι τη Villa Borghese μπήκε μέσα στο πάρκο και άρχισε να το διασχίζει προς την κατεύθυνση της λίμνης. Εκεί που πριν από πέντε χρόνια είχε συναντήσει τυχαία το νεαρό Μιχάλη, ενώ αυτός ήδη αγνοούνταν.
        Εκείνο το βράδυ, και αφού είχε ακούσει την εξομολόγηση του Αντώνη στην ταράτσα, κατέβηκε στο δωμάτιο του, προσπάθησε να κοιμηθεί και μετά από έναν ταραγμένο ύπνο, το επόμενο πρωί, ακόμα δεν είχε βρει απάντηση στο δίλημμά του. Αν έπρεπε να ενημερώσει το ζευγάρι ότι είχε συναντήσει τον Μιχάλη το προηγούμενο βράδυ ή όχι. Και κυρίως αν έπρεπε να ενημερώσει τις αρχές για όσα ο Μιχάλης του είχε πει.
   Η αλήθεια ήταν ότι δεν ήξερε ποιόν να πιστέψει. Τον Μιχάλη ότι ο Αντώνης τον παρενοχλούσε σεξουαλικά ή το αντίθετο, που είχε ακούσει από τον Αντώνη, ότι ο Μιχάλης παρουσίαζε μια συναισθηματική προτίμηση προς εκείνον.
   Γεγονός παρέμενε ότι το παιδί δεν είχε δεχθεί να τον ακολουθήσει πίσω στο ξενοδοχείο και εξακολουθούσε να αγνοείται. Και επιπλέον πώς θα εξηγούσε αυτήν την απίθανη τυχαία συνάντησή τους στη Villa Borghese. Δεν ήθελε καθόλου ένα τέτοιο μπλέξιμο. Δεν το ήθελε με τίποτα. Είχε αποφασίσει να φύγει από το ξενοδοχείο.                 
   Ο Μιχάλης όταν είχαν μιλήσει στη Villa Borghese του είχε δημιουργήσει την εντύπωση ότι φλέρταρε με την ιδέα της αυτοκτονίας. Την εντύπωση αυτή του την είχε ενισχύσει το γεγονός ότι ο Μιχάλης του είχε εκμυστηρευτεί και κάτι ακόμα. Το αγόρι ήδη πριν πάει στη Ρώμη επικοινωνούσε με μια ομάδα άλλων εφήβων μέσω internet με τους οποίους μοιραζόταν την ίδια αναχωρητική διάθεση με θρησκευτικές προεκτάσεις. Με αυτή την ομάδα είχε αποφασίσει να ενώσει την τύχη του.
  Η αλήθεια είναι ότι ο Μιχάλης, όταν του είχε μιλήσει διακρινόταν από μια ωριμότητα που δεν συμβάδιζε με την ηλικία του και γι’ αυτό είχε δυσκολευτεί να τον πείσει να γυρίσει στην οικογένεια του.
  Στεκόμενος ακόμα εκεί στο σημείο που είχε δει για τελευταία φορά το Μιχάλη, ήταν σαν είχε καρφωθεί στο έδαφος, σαν να μην μπορούσε να πάρει τα πόδια του, για να πάει επτέλους να ξεκαθαρίσει το μυστήριο που τον είχε φέρει πίσω.
  Μια κλήση στο κινητό του τον επανέφερε από τους συλλογισμούς του. Ήταν η Κατερίνα. Την είχε μάλλον ανησυχήσει η παρατεταμένη ησυχία από την πλευρά του. Δεν απάντησε, αλλά επιτέλους ξεκίνησε για την Via della Purificazione.              
  Ακολουθώντας τον χάρτη στο κινητό του έφτασε εύκολα σ’ έναν δρόμο μεγάλο και ήσυχο με νεοκλασσικά κτίρια. Δεν χρειάστηκε να ψάξει πολύ για να βρει αυτό που έψαχνε, ήταν στο νούμερο 18 στην αρχή του δρόμου. Ήταν μια πανσιόν με το όνομα Caravaggio. Δεν το σκέφτηκε πολύ περισσότερο. Άνοιξε και μπήκε στη ρεσεψιόν. Ακριβώς πάνω από το γραφείο υποδοχής υπήρχε μια αναπαραγωγή του Ιωάννη του Βαπτιστή του Caravaggio. Ο άγιος στον πίνακα του φάνηκε ότι τον κοίταξε με ένα κοροϊδευτικά διαβολικό χαμόγελο, έτσι όπως γυμνός αγκάλιαζε το κριάρι που βρισκόταν δίπλα του.
  Πλησιάσε στον υπάλληλο της υποδοχής και τον ρώτησε αν γνώριζε τον Μιχάλη ή αν κάποιος με αυτό το όνομα είχε μείνει εκεί.
   Ο υπάλληλος του χαμογέλασε και του απάντησε στα ελληνικά. «Εγώ είμαι».
        Ο Μιχάλης τα είχε καταφέρει να μείνει στη Ρώμη, αν και οι δικοί του τον είχαν εντοπίσει τελικά ένα μήνα αφότου είχε εξαφανιστεί. Η αστυνομία τον βρήκε σ’ ένα κοινόβιο μιας ομάδας νεαρών, από το οποίο φυσικά τον απομάκρυναν, αλλά αυτός επέστρεψε μόλις ενηλικιώθηκε. Εγκαταστάθηκε εκεί σ’ έναν άλλον παρόμοιο χώρο, που λειτουργούσε ως εθελοντική ομάδα και πρόσφερε βοήθεια και στέγη σε ανθρώπους που είχαν ανάγκη, και βέβαια έκανε μαθήματα ζωγραφικής, δουλεύοντας στην πανσιόν. Του είπε ότι εκεί έβρισκε την ηρεμία που του έλειπε στην κανονική ζωή, αυτή που είχε με την οικογένεια και τους φίλους του στην Ελλάδα. Όταν η συζήτηση έφτασε στο θέμα του Αντώνη, παραδέχτηκε ότι τίποτα δεν είχε συμβεί. Του εξομολογήθηκε ότι ήταν τότε ερωτευμένος με τον άντρα της αδερφής του και ότι του είχε πει ψέματα για να εκδικηθεί τον Αντώνη, που τον είχε απορρίψει. Δεν περίμενε βέβαια ότι ο Λουκάς δεν θα έλεγε τίποτα σε κανέναν. Του εξήγησε ότι του έστειλε το γράμμα, γιατί ήθελε να τον ξαναδεί και να τον ευχαριστήσει, που τελικά δεν είχε μιλήσει σε κανέναν για όσα του είχε πει ούτε είχε φανερώσει στους δικούς του ότι τον είχε δει. Και για να του ζητήσει κατά κάποιον τρόπο μία συγνώμη, που τον είχε μπλέξει έτσι σε όλη αυτή την ιστορία. Παραδέχτηκε ότι κυρίως ήθελε να δει αν τον θυμόταν ακόμα και αν θα έκανε κάτι, για να τον βρει.
  Ο Λουκάς έφυγε από τη συνάντηση με μια ικανοποίηση και μια βαθιά χαρά ότι τον συνέδεε με αυτό το παιδί μια κρυφή συνενοχή στην ελευθερία. Στην ίδια ελευθερία που έψαχνε και αυτός στη ζωή του.

original photo of Pantheon-Roma by Greg Vio



Δεν υπάρχουν σχόλια: