Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2014

Πρωτοχρονιάτικο ραντεβού Μέρος I


πρωτοχρονιάτικο ραντεβού
Μέρος I

Είχε πολύ θόρυβο. Η χριστουγεννιάτικη έρημος είχε γεμίσει φωνές, γελάκια και εποχιακά hits. Για κάποιον λόγο δεν αισθανόταν άσχημα που περίμενε μόνος σε ένα καφέ γεμάτο από μεγάλες παρέες. Δεν το είχε ξανακάνει. Να βγει μόνος του. Όχι απλά να βγει, αλλά να έρθει τόσα χιλιόμετρα από την πόλη του. Ήθελε απλά να το κάνει. Καιρό. Πάντα. Είχε αρνηθεί την πρόταση να κάνει παραμονή Πρωτοχρονιάς με τους κουμπάρους του, μόνο και μόνο για να κάνει αυτή τη μοναχική απόδραση.
Τους τελευταίους δυο μήνες ήταν άκεφος. Λίγο βαρύς. Δεν ήταν ο χωρισμός του. Τον ήθελε. Κάτι τον κούραζε. Βαριόταν. Τις αναπόφευκτες προοπτικές του γάμου και των παιδιών. Το είχε ξεκαθαρίσει κάπως αργά. Η Μαρία μετά από τρία χρόνια σχέσης στα σαράντα της τα ήθελε όλ’ αυτά. Δικαίως για την ίδια. Δεν έβλεπε όμως τον εαυτό του σε ένα τέτοιο μέλλον.
Στα σαράντα τρία του, του έλειπαν εμπειρίες. Αυτά που είχε αποφύγει. Που ήθελε να τα δοκιμάσει αδέσμευτος, τουλάχιστον μία φορά. Και ξεκινούσε από έναν καφέ, μόνος, παραμονή Πρωτοχρονιάς, σε μια ξένη πόλη. Σε μια πόλη που κάποτε δεν ήταν και τόσο ξένη.
Το καφέ που καθόταν, κάποτε ήταν το στέκι του. Με άλλο όνομα τότε, άλλο ύφος, μύριζε μια άλλη εποχή. Τότε ένα club που τα απογεύματα έπαιζε techno-η σκέψη τού προκάλεσε γέλιο- τώρα ένας χώρος για τους επιζήσαντες σαραντάρηδες του χαλαρού lifestyle. Δεν ήθελε να απογοητευτεί, γι’ αυτό δεν έκανε συγκρίσεις. Εξάλλου δεν ένιωθε καμιά απολύτως νοσταλγία. Του έλειπε κάτι παρόν.
Του έλειπε ο πραγματικός κόσμος. Η ζωντανή επικοινωνία. Η ζωή στην πόλη, στους χώρους, στα σπίτια. Αυτό που τώρα πια διεξαγόταν on line. Η ζωή του ήταν άυλη και κατακερματισμένη.
Το ραντεβού του ήταν σε μισή ώρα. Είχε τελειώσει τον καφέ του και έλεγξε στο κινητό τα μηνύματά του στο facebook και στο site γνωριμιών. Τίποτα ιδιαίτερο ή ασυνήθιστο. Ευχές και αδιάφορα αιτήματα για ραντεβού.
Με την κοπέλα που θα συναντούσε μιλούσαν ήδη ένα μήνα on line. Είχαν μιλήσει για πολλά, ήταν σαν να είχαν βρεθεί, αλλά στην πραγματικότητα ποτέ δεν την είχε συναντήσει, και μετά από το πρώτο διάστημα αισθανόταν την ανάγκη να μιλήσουν από κοντά. Δεν επιδίωκε το σεξ. Του ήταν τόσο εύκολο άλλωστε αυτό το τελευταίο, που είχε καταντήσει αδιάφορο. Μπορούσες να έχεις τα πάντα με ένα απλό λήμμα στο google ή με μια τυχαία διαδικτυακή γνωριμία.
Λίγο πριν φύγει από το καφέ, στην έξοδο, κοιτάζοντας έξω, είδε στο πεζοδρόμιο, σχεδόν μπροστά του τον Γιώργο. Μακροχρόνια φιλιά του από το πανεπιστήμιο. Ήταν εμφανώς αλλαγμένος. Είχε να τον δει χρόνια. Κύριος πια, με κάποια κιλά παραπάνω, και με μια κυρία στο πλευρό του. Γνωρίζοντάς τον δεν θα πίστευε πριν μερικά χρόνια ότι θα έκανε μια τέτοια επιλογή. Αισθάνθηκε μια ανακούφιση, πως ο ίδιος ήταν ομορφότερος και έδειχνε πιο νέος απ’ αυτούς. Μόλις πήγε να τον συναντήσει το βλέμμα του, γύρισε πλάτη και τον απέφυγε. Δεν ήθελε να αναλωθεί σε κοινοτυπίες. Το είχαν χάσει χρόνια πριν και είχαν χαθεί, τελείωσε. Δεν είχε καμιά διάθεση να αναβιώσει το παρελθόν ούτε για ένα δευτερόλεπτο. Το παρελθόν ως χρόνος του ήταν αδιάφορο. Μόνο εκείνη την αίσθηση της ζωντάνιας ήθελε πίσω.
Βγήκε από το μαγαζί και άναψε ένα τσιγάρο. Το ραντεβού του ήταν σ’ ένα άλλο καφέ ένα τετράγωνο παρακάτω. Ήταν περίεργος να συναντήσει αυτήν την κοπέλα, που παραμονή πρωτοχρονιάς είχε επιλέξει την παρέα ενός αγνώστου, όπως και εκείνος.
Δεν έκανε πολύ κρύο, αλλά είχε ξεκινήσει να βρέχει καταρρακτωδώς, από τη στιγμή που είχε βγει στο δρόμο. Επιτάχυνε, γιατί δεν είχε μαζί του ομπρέλα, και στάθηκε για λίγο στο υπόστεγο της εισόδου μιας πολυκατοικίας, για να προστατευθεί από τη βροχή. Εκεί που στεκόταν γύρισε το βλέμμα του στο εσωτερικό, και διέκρινε  ένα ζευγάρι να φυλιέται. Γύρισε γρήγορα το κεφάλι του από διακριτικότητα. Ο νεαρός λίγο μετά άνοιξε την πόρτα της εισόδου και βγήκε και λίγα δευτερόλεπτα αργότερα βγήκε και η κοπέλα. Πέρασαν και οι δυο από μπροστά του χωρίς να του δώσουν σημασία. Η κόπελα κοντοστάθηκε για να ανοίξει την ομπρέλα της και τότε την αναγνώρισε. Ήταν η κοπέλα που θα συναντούσε. Η ομοιότητα με τη φωτογραφία που είχε δει στο ίντερνετ ήταν πολύ έντονη.
Την ακολούθησε για να διαπιστώσει, αν ήταν όντως αυτή, αν θα πήγαινε στο ραντεβού. Δεν φαινόταν να είχε πει ψέματα για την ηλικία της, δεν ήταν πάνω από τριανταπέντε, και ήταν πολύ κομψή.
Λίγα λεπτά αργότερα επιβεβαιώθηκε. Την  είδε να μπαίνει στο κάφε που είχαν συμφωνήσει. Δεν την ακολούθησε αμέσως. Δεν ήταν σίγουρος ότι ήθελε να τη συναντήσει πια. Η βροχή δεν είχε σταματήσει και χρειαζόταν λίγο χρόνο για να σκεφτεί τί θα έκανε. Διέσχισε το δρόμο και μπήκε γρήγορα σ’ένα καφέ που ήταν σχεδόν απέναντι απ΄αυτό που είχε ραντεβού. Είχε ακόμα χρόνο για μια εύλογη καθυστέρηση. Κάθησε γρήγορα σ’ ένα ελεύθερο τραπέζι κοντά στην τζαμαρία, για να μπορεί να έχει οπτική επαφή με το απέναντι πεζοδρόμιο και παρήγγειλε ένα ουίσκι.
Τότε χτύπησε το τηλέφωνό του. Ήταν ο αριθμός της. Δεν απάντησε. Σκεφτόταν ότι δεν θα πήγαινε στο ραντεβού. Θα έπινε τον καφέ του και θα έφευγε. Δεν του άρεσε το όλο σκηνικό. Δεν του είχε πει ότι είχε σχέση ή κάτι σχετικό. Και να έχει τόσο απροκάλυπτα δώσει ραντεβού μαζί του λίγο παρακάτω από το σπίτι της. Δεν του άρεσε όλο αυτό. Κυρίως ότι δεν του είχε πει τίποτα.
Το τηλέφωνό του ξαναχτύπησε. Ήταν πάλι αυτή. Και πάλι δεν απάντησε. Πλήρωσε και βγήκε από το μαγαζί. Η βροχή είχε σταματήσει. Ξεκίνησε να απομακρύνεται, όταν την είδε από απέναντι να βγαίνει από το καφέ. Συνέχισε να προχωράει χωρίς να κοιτάξει περίσσοτερο και όταν λίγο μετά γύρισε να δει, δεν ήταν πουθενά. Άναψε ένα τσιγάρο και συνέχισε το δρόμο του.
Η κίνηση ήταν αξεπέραστη. Κόσμος που έκανε τα τελευταία ψώνια, που έψαχνε για ταξί και στριμωχνόταν στα λεωφορία, που έκανε ουρές για ένα τραπέζι στα εστιατόρια, όλα σχεδόν τρομακτικά χαρούμενα. Ήθελε να επιστρέψει σπίτι του.
Ήταν αδύνατο να βρει ταξί, γι’αυτό αποφάσισε να περπατήσει μέχρι το σταθμό. Είχε χρόνο για να προλάβει το τρένο που θα έφευγε σε μια ώρα. Θα έφτανε σπίτι του αργά το απόγευμα. Πολύ βολική ώρα. Όλα θα ήταν ήσυχα πια. Όλοι θα ετοιμάζονταν για το πρωτοχρονιάτικο τραπέζι. Κανείς δεν θα τον έψαχνε. Οι δικοί του ήξεραν ότι θα έλειπε. Οπότε θα περνούσε ένα ήσυχο βράδυ, χωρίς κουραστικούς εορτασμούς για έναν ακατανόητο ημερολογιακό λόγο.
Λίγο πριν φτάσει στο σταθμό έλαβε ένα μήνυμα από την κοπέλα. Θα τον περίμενε, έλεγε, να επικοινώνησει μαζί της μέχρι το βράδυ, αν δεν είχε αλλάξει οριστικά γνώμη.

Δεν απάντησε και συνέχισε το δρόμο του για το σταθμό. Όταν ανέβηκε στο τρένο χαλάρωσε. Αισθάνθηκε προστατευμένος που έφευγε μακριά από μια συνάντηση που σίγουρα θα τον απογοήτευε. Έξω τα περίχωρα της πόλης κυλούσαν πλάι του γκρίζα και υγρά. Κάποια φώτα είχαν αρχίσει να ανάβουν στις πολυκατοικίες του ορίζοντα. Οι εορτασμοί προετοιμάζονταν και χαιρόταν που αυτός δεν ήταν μέρος τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια: